Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ένα χιονισμένο τοπίο...






Χιόνι εδώ, χιόνι εκεί χιόνι και πιο πέρα...

Το τοπίο δεν θυμίζει Ελλάδα.

Είναι όμως το Καρπενήσι!

Ο Σπίθας μου!





Η σχέση μας ξεκίνησε το 1999. Τότε οι δικοί μου τον είχαν βρει πεταμένο στα σκουπίδια... Τον πήραν, τον φρόντισαν. Εγώ είχα αναλάβει όλα τα ωραία! Το παιχνίδι, το χάδι, τη βόλτα... Περνούσαμε πολύ καιρό μαζί... Όμως τα χρόνια άρχισαν να περνούν και η επαφή μας λιγόστεψε... Κάτι η δουλειά, κάτι η απόσταση από το πατρικό, κάτι οι υποχρεώσεις. Και μέχρι πριν μία εβδομάδα είχα να τον δω πάνω από χρόνο! Τον είδα όμως, κάναμε τη βόλτα μας, τον χάιδεψα όπως παλιά. Είναι μεγάλος τώρα, παππούλης... Όμως τρέξαμε μαζί, και περάσαμε τέλεια. Δεν τον έχουν πάρει τα χρόνια. Είναι και θα είναι πάντα ο καλός μου Σπίθας...

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

I'm too sexy




Και επειδή είμαστε παντού και πάντα σαφώς υπέρ της σεξουαλικότητος,πάσης φύσεως προελεύσεως, τόπου και εκφάνσεως, ορίστε... απολαύστε!!

Godsmack- Drum Battle



Η σφαλιάρα του Θεού- Τρομερή μάχη με drums!!
Δες το να ψαρώσεις!!!

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Ποκοπίκο V

Ο Ποκοπίκο ένοιωσε ένα γλυκό γαργάλημα στα ακροδάχτυλα του δεξιού του χεριού.
Μα καλά, ποιος τολμούσε να τον ενοχλεί τόσο απροκάλυπτα, κατά τη διάρκεια ενός τόσο σημαντικού ματς και μάλιστα στη σουίτα των επισήμων; Αυτό ούτε ο νομάρχης που είχε αποχωρίσει πριν από λίγο δεν θα αποτολμούσε να το κάνει…
Και όμως το γαργαλητό όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονο, όλο και πιο ενοχλητικό… και σε λίγο ξαφνικά άλλαξε θέση… και από τ’ ακροδάχτυλα μεταφέρθηκε απότομα στην άκρη του ποδιού και συνέχισε να γίνεται όλο και πιο δυσάρεστο για να γίνει ένας οξύς διαξιφιστικός πόνος λίγο πάνω από την γάμπα.
Πάει πεθαίνω, σκέφτηκε ο μικρός ποκοπίκο. Μάλλον παθαίνω έμφραγμα, δεν πίστευα όμως ότι στο έμφραγμα πονάς στο πόδι. Αλλά τι άλλο μπορεί να είναι; Μα καλά τόσο πολύ άγχος μου προκάλεσε το ματσάκι; Άτιμη τενεκεδούπολη έχε γειά! Πρέπει να υπήρξα ο πιο σύντομος δήμαρχός σου!

Και λέγοντας αυτές τις τελευταίες δύο προτάσεις δυνατά, ο ποκοπίκο έκανε μια θεατρικότατη στροφή γύρω από τον άξονα του, κοιτώντας προς τα πάνω (πράξη υψηλής συμβολικής αξίας-για να κοιτά προς τη θεία δύναμη που του στερεί τόσο σύντομα και άδικα την ζωή του) και με έναν υπόκοφο γδούπο (ένεκα η μοκέτα που ήταν παχιά-βλέπεις VIP ήταν το δωμάτιο…) έσκασε σαν τσουβάλι με πατάτες στο δάπεδο.
Το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει, τα χρώματα αλλοιώθηκαν και άρχισαν να σκοτεινιάζουν. Το πρόσωπο του άρχισε να γίνεται κρύο και υγρό, μια υγρασία που άρχισε να τον πνίγει. Αντανακλαστικά άπλωσε τα χέρια μπροστά από το πρόσωπό του, και ενώ το σκοτάδι γινόταν ολοκληρωτικό, έβαλε όλη του την δύναμη σε μία τελευταία προσπάθεια και σηκώθηκε καθιστός, ανοίγοντας ταυτόχρονα τα μάτια.

Ξαφνικά όλα καθάρισαν! Ήταν καθιστός τώρα πια στο κρεβάτι του, και στα χέρια του κρατούσε το Σπίθα, το μικρό γλυκό του κοπρόσκυλο, ο οποίος όπως αποδείχθηκε ήταν η αιτία όλων! Του γαργαλήματος, του πόνου στο πόδι και της μετέπειτα τρομερής υγρασίας στο πρόσωπο, αφού αυτός ο μικρός δαίμονας είχε μία εντυπωσιακά μακριά και υγρή γλώσσα την οποία συνήθως χρησιμοποιούσε για να γλείφει τ’ αρχίδια του. Κάνοντας τον σχετικό συσχετισμό, ο Ποκοπίκο ένοιωσε για λίγο ένα συναίσθημα έντονης αηδίας, σκέφτηκε όμως γρήγορα ότι και αυτός αν είχε τόσο μακριά γλώσσα μάλλον το ίδιο θα έκανε! Παραδόξως πως, αυτό τον έκανε να νιώσει πολύ πολύ καλύτερα! Η ποκοπίκεια τετράγωνη λογική είχε για άλλα μια φορά διαπρέψει και τον είχε βγάλει νικητή απέναντι στα προβλήματα της καθημερινότητας , αλλά και στην αηδία για την μακριά γλώσσα του κατά τ’ άλλα συμπαθούς τετράποδου κατοικιδίου.

Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη του, κάτι που ακόμα και σε φυσιολογικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για ένα τόσο ελεύθερο πνεύμα σαν τον Ποκοπίκο. Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι του, ο μικρός σπίθας τώρα ήταν απέναντί του και τον κοιτούσε με γουρλωμένα τα μάτια, κουνώντας σχεδόν μανιασμένα την ασπρόμαυρη ουρίτσα του, με την οποία μαστίγωνε αλύπητα το πάτωμα, λαχανιάζοντας από έξαψη, με τον τρόπο που μόνο ένα τετράποδο του συγκεκριμένου είδους ξέρει. Ο Ποκοπίκο τις ήξερε καλά αυτές τις πρωινές χαρούλες. Ήξερε πως δεν υπήρχε πολύς χρόνος για σκέψη. Έπρεπε να δράσει, και μάλιστα άμεσα… Αλλιώς, αυτό που τον περίμενε ήταν το φτιάρισμα από διάφορα μέρη του σπιτιού ποικίλων μεγεθών και κακοσμίας κακουλακίων… Ενόψει λοιπόν αυτού του ατυχούς σεναρίου σε τρία μόλις λεπτά ήταν ντυμένος και έτοιμος για τον πρωινό περίπατο του καλού του σπιθάκου.

Λίγα μόλις λεπτά μετά και τριακόσια μέτρα παρακάτω από το σπίτι του, έχοντας κινηθεί με περισσή τέχνη και μεγάλη προσπάθεια ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, πάσης λογής εμπόδια που έκλειναν τα στενά πεζοδρόμια της τενεκεδούπολης (παλιές πόρτες,εξαθλιωμένοι καναπέδες, μηχανάκια κτλ) και των ζοχαδιασμένων οδηγών που έτρεχαν λες και τους κυνηγούσε ο εξαποδώ, το αγαπημένο ζευγάρι αφεντικού-τετράποδου έφτασε στο μικρό και βρώμικο πεζόδρομο της ιππίωνος-λέχρη. Τον πεζόδρομο, που στα αμέσως επόμενα λεπτά έγινε ακόμα πιο βρώμικος χάρη στο ξαλάφρωμα του φουσκωμένου εντέρου του ταλαίπωρου σπίθα. Ο καλός μας ποκοπίκο κατά την προσφιλή του συνήθεια, έβγαλε ένα μεγάλο χαρτομάντηλο και κάλυψε με αυτό το βρωμερό βουνό από κακάκια νιώθοντας ταυτόχρονα μια μικρή και διεστραμμένη ικανοποίηση, όπως αυτή που νιώθεις όταν κρύβεις τη σκόνη του δωματίου κάτω από το χαλί. Δεν την βλέπεις, ξέρεις όμως πως είναι εκεί… Κάποιος, κάποια στιγμή θα το καθαρίσει. Εξάλλου πρέπει και οι καθαριστές του δήμου να έχουν κάποιο αντικείμενο εργασίας, δεν πρέπει;

Το ζήτημα ήταν ότι το επείγον μέρος της βόλτας τώρα πια είχε παρέλθει, οπότε τώρα σκύλος και αφεντικό μπορούσαν να την απολαύσουν σε όλο της το μεγαλείο με την ησυχία τους. Σε λίγο και όπως περπατούσαν, η ουρά του σπίθα μεμιάς τεντώθηκε και μετά καμπυλώθηκε απότομα προς τα εμπρός, σαν ένα βέλος που δείχνει με σαφήνεια το στόχο. Ο στόχος ενπροκειμένω μάλλον ήταν ένα ογκώδες λυκόσκυλο, τουλάχιστον τρεις φορές το μέγεθος του σπίθα, που καθόταν ράθυμα κάτω από ένα ταλαίπωρο- από το καυσαέριο δεντράκι. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο ποκοπίκο έλυσε το λεπτό λουράκι (αν δεν το έκανε ο σπίθας θα τον έσυρε βίαια εως το άλλο σκυλί και η βία ήταν κάτι που ο Ποκοπίκο απεχθανόταν πααάρα πολύ) και κάθισε στο διπλανο παγκάκι παρακολουθώντας το μικρό του σπίθα να εξορμά αφηνιασμένος προς το άλλο τετράποδο, με σαφές σχέδιο βατέματος στο μυαλό του.

Τώρα λοιπόν ήταν η ώρα της αυτοκριτικής. Η ώρα που ο ποκοπίκο θα αξιολογούσε όλα τα προηγούμενα συμβάντα στο δαιμόνιο μυαλουδάκι του. Καταρχάς που ήταν η αφροξυλάνθη; Γιατί δεν είχε βγάλει βόλτα αυτή τον σπιθάκο; Γιατί δεν τον είχε χαιρετήσει φεύγοντας; Αυτό ήταν ένα μυστήριο. Εντάξει, ήταν Σάββατο, ο ποκοπίκο δεν δούλευε, όμως και πάλι. Ούτε ένα πρωινό φιλάκι; Σίγουρα η λύση θα δινόταν μόνο με την επιστροφή της αφροκυλάνθης στο σπίτι. Και ο αγώνας; Η δημαρχεία; Όλες αυτές οι ρηξικέλευθες ρυθμίσεις που είχε αποφασίσει ο ποκοπίκο για την τενεκεδούπολη; Και το κυριότερο: Η δόξα που θα αποκόμιζε από όλα αυτά; Η αποθέωση του πλήθους; Το γεγονός πως θα μπορούσε ως δήμαρχος να αγνοεί επιδεικτικά τον απαίσιο διαχειριστή της πολυκατοκίας; Μια κακή σκέψη άρχισε να αναδύεται, τόσο κακή όσο μία υπερωρία σε μέρα αργίας… και γύριζε από δώ και έστριβε από κει μέχρι που η σκέψη έγινε ξεκάθαρη. Ήταν όλα ένα όνειρο! Ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό όπως λέει και το τραγούδι…

Τα μάτια του Ποκοπίκο βάρυναν από τη στεναχώρια. Κοίταξε με απλανές βλέμμα μπροστά… Και τότε είδε κάτι πέρα ως πέρα απίθανο! Ο Σπίθας μέγας εραστής, βάτευε με ένα καθόλα εκκεντρικό τρόπο το μεγάλο λυκόσκυλο που τώρα είχε στηθεί και φαινόταν να το απολαμβάνει… Μπράβο! Σκέφτηκε… Τουλάχιστον έχω το Σπίθα μου για να είμαι περήφανος! Για να παρατηρήσει αμέσως μετά… Ο πρόσκαιρος ερωτικός σύντροφος του σπίθα, ήταν του ιδίου φύλου… Ακόμα κι έτσι όμως ο ποκοπίκο δεν πτοήθηκε… Θεώρησε το περιστατικό στοιχείο επιβολής σε μεγαλύτερο και δυνατότερο άτομο. Μακάρι να ήταν κι αυτός έτσι…(μεταφορικά εννοείται και σίγουρα όχι ως προς το βάτεμα αλλά ως προς το στοιχείο της επιβολής…)

Ενώ σκεφτόταν όλα αυτά τα σημαντικά, ένα φυστίκι Αιγίνης προσγειώθηκε στον ώμο του. Δεν έδωσε σημασία και παρέμεινε απορροφημένος στις σκέψεις του. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ένα δεύτερο. Και μετά ένα τρίτο. Ο ποκοπίκο κοίταξε ψηλά, στο δέντρο που βρισκόταν πάνω από το παγκάκι προσφέροντας του μία μίζερη αδύναμη σκια. Το περιεργάστηκε στιγμιαία. Δεν ήξερε πολλά από δέντρα, αλλά σίγουρα αυτό το δέντρο δεν ήταν φυστικιά. Μμμ, νέο μυστήριο προς επίλυση… Κοίταξε αριστερά του… Και μετά δεξιά και το μυστήριο λύθηκε! Στα δεξιά του ήταν ένας τύπος σε ένα αναπηρικό καροτσάκι! Η εμφάνισή του ήταν τουλάχιστον ρυπαρή, πάνω στα πόδια του είχε ένα κεσεδάκι με φυστίκια, και τα χέρια του ήταν περιορισμένα στα πλαϊνά του καροτσιού με δύο λουρίδες…

Με τη γνωστή του ευγένεια ο ποκοπίκο τον ρώτησε: « Θα θέλατε κάτι;»
Τότε ο ανάπηρος άντρας με μία έκφραση πόνου και βίαιου τραβήγματος του σαγονιού του προς τα κάτω και δεξιά, μουρμούρησε κάτι ακατάληπτα σε μάλλον άγνωστη γλώσσα. Ο ποκοπίκο συνέχισε στο ευγενικό μοτίβο: «Συγνώμη, αλλά δεν σας κατάλαβα… Μπορείτε να επαναλάβετε καθαρότερα παρακαλώ;»

Ο άντρας με εμφανώς μεγαλύτερη προσπάθεια ψέλλισε κάτι, που θα πρέπει να θύμιζε: « Να με πάαας λίγοοο πιο κάαατωωω (ο τρόπος έκφρασης θύμιζε εκ γενετής κωφάλαλο που αποπειράται να μιλήσει). Αυτό ήταν ένα λογικό αίτημα, γιατί να μην το ικανοποιήσει ο ποκοπίκο; Κοίταξε προς την πλευρά του Σπίθα για να δει σε ποια κατάσταση ήταν τα πράγματα. Ήταν εμφανές ότι η ερωτική περίπτυξη είχε τελειώσει. Τώρα το μεγάλο σκυλί τον κυνηγούσε, σε μία προσπάθεια για αλλαγή ρόλων. Ο σπίθας όμως (ευτυχώς) προσπαθούσε να ξεφύγει. Μμμ, φαντάζομαι ότι δεν πειράζει να τον πάω λίγο πιο κάτω σκέφτηκε ο Ποκοπίκο, ο Σπίθας προς το παρόν είναι εντάξει… Οι κοινωνικές ευαισθησίες ποτέ δεν έβλαψαν κανένα. Πήγε λοιπόν από πίσω από το καροτσάκι, έπιασε τις χειρολαβές και άρχισε να μετακινεί τον ταλαίπωρο μάλλον(;) ανάπηρο άντρα…
Μετά από περίπου εκατό μέτρα, ο ποκοπίκο τον ρώτησε: «Πού ακριβώς πηγαίνεις;»
«Λίγο πιο κάααατω, λίγοο πιο κάαατω» ανταπάντησε αυτός. Άλλα 200 μέτρα… «Συνεχίζουμε;»
«νννννν, ννννναι…»
Κατέβηκαν άλλα 100-150 μέτρα. Είχαν πλέον φτάσει στο τέλος του πεζοδρόμου. «Τώρα;»
«λλλίγο πιο κάαατω, λλλίγο.»

Ήταν πλέον φανερό, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάποιο λάκκο, είχε η φάβα. Τώρα τι δουλειά έχει η φάβα με το λάκκο, αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Και αυτή ακριβώς είναι και η σημασία του γνωμικού. Δεν έχει απολύτως καμία δουλειά η φάβα με το λάκκο, πάει και τελείωσε και όποιος πει το αντίθετο, είναι τουλάχιστον κακοήθης. Έτσι και ο ποκοπίκο άρχισε να αντιλαμβάνεται πως κι αυτός δεν είχε καμία δουλειά με αυτόν τον μάλλον αρκετά πονηρούλη και όχι τόσο καθυστερημένο τύπο όσο αρχικά νόμιζε. Εξάλλου γιατί είχε δεμένα τα χέρια του με λουριά στο καροτσάκι; Μήπως για να μην φτάνει τις ρόδες για να μπορεί να κινηθεί;

Έτσι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έκανε επιτόπια στροφή και άρχισε με σταθερό βήμα να πηγαίνει προς τα πίσω. Ο κύριος στο καροτσάκι έπαθε αμόκ! «όοοοχι, πππου με ππας;…όοοχι, ππίσω ππίσω» Ήταν φανερό ότι τώρα είχε πια στρεσαρηστεί αρκετά, γιατί τα λόγια του πάλι μπλέκονταν όλο και πιο πολύ, σα να βάζουν τρικλοποδιά το ένα στο άλλο. « Όοοοχι, όχιιιιιι…» για να καταλήξει σε κλάματα σα μικρό παιδί. «Όοοοχιιι, μπουάαααα, μπουάααα.» Ο ποκοπίκο κόντευε να τρελαθεί. Πω πω, αυτός είναι ένας κατεξοχήν αφόρητος τύπος, σκέφτηκε. Σε λίγο και παρόλες τις διαμαρτυρίες, κλάματα και φτυσιές που δυστυχώς μάλλον λέρωναν περισσότερο τον ίδιο παρά οποιονδήποτε άλλο, έφτασαν στο σημείο απ’ όπου είχαν ξεκινήσει. Κοιτώντας πως στην πλευρά όπου πριν ήταν τα σκυλάκια, ο ποκοπίκο είδε με ευχαρίστηση πως το μεγάλο σκυλί δεν είχε μουντάρει το Σπίθα. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Σπίθας στη γνώριμη πλέον και εκκεντρική στάση, αφού ήταν αρκετά κοντός, ξέδινε για άλλη μία φορά πάνω στον ψευδοεπιβήτορα (επιβήτορα λόγω μεγέθους-ψεύδο λόγω θέσης όπως είναι κατά τ’ άλλα φανερό). Από μακριά φάνηκε μία νεαρή κοπέλα που μόλις είχε εντοπίσει το δίδυμο ποκοπίκο-δεμένου με λουριά στο καροτσάκι και ερχόταν κουτρουβαλώντας και χειρονομώντας προς το μέρος τους.

«Αχ καλέ ευτυχώς που μου τον βρήκατε!» είπε φτάνοντας στο μέρος τους αλαφιασμένη από την αγωνία και το γρήγορο περπάτημα. « Ξέρετε αυτό μου το κάνει συνέχεια. Όλο το σκάει! Μπήκα σε ένα ψιλικατζίδικο εδώ δίπλα να πάρω δύο πραγματάκια για ένα λεπτό και με το που βγήκα έξω αυτός είχε φύγει! Γι’ αυτό του έχω δεμένα τα χέρια, για να μην μπορεί να φεύγει!»
«Καλά, και πού πάει;»
«Πουθενά συγκεκριμένα. Απλά λέει συνέχεια πως τον ζητούν τα αμαρτωλά κορίτσια. Τι να κάνω και εγώ, με έχει τρελάνει ο αδερφός μου… Πάντως ευχαριστώ που μου τον φέρατε.»

Ο ποκοπίκο χαιρέτησε και γύρισε πίσω, αποφεύγοντας να πει πως αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο απαγωγέας.Εξάλλου δεν ήθελε να παρίσταται στη οικογενειακή σκηνή κατά την οποία ο πονηροκαθυστερημένος άντρας θα τα άκουγε για άλλη μια φορά από την αδερφή του. Και από τότε του εντυπώθηκε ακόμα περισσότερο στο μυαλό ότι στην τενεκεδούπολη δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανένα, ούτε ακόμα και ένα καθυστερημένο ανάπηρο, δεμένο στο καροτσάκι του. Ιδίως αυτόν.

Ενώ σκεφτόταν αυτά ένοιωσε ένα γνώριμο μαστίγωμα στη γαστροκνημία του αριστερού του ποδιού. Ο σπίθας είχε καταφτάσει με τη γλωσσίτσα του έξω και την ικανοποίηση διάχυτη στο βλέμμα του. Μπορούσαν τώρα πια να επιστρέψουν στο σπίτι τους (όπου ο ποκοπίκο σίγουρα θα μπανιάριζε με καυτό νερό τον τετράποδο φίλο του, καταλαβαίνετε γιατί) μετά από ατή την επεισοδιακή βόλτα στη ιππίωνος λέχρη.

Συνεχίζεται…

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

Ποκοπίκο V

Έρχεται σύντομα! Ποκοπίκο V !!!!

To 24ωρο ενός σκατόγερου




Ο κυρ’ Πάνος ξύπνησε τη συνηθισμένη του ώρα δηλαδή κατά τις 6:22 το πρωί από τον πονεμένο του προστάτη. Έβαλε αργά αργά τα πόδια του μέσα στις παντούφλες του.
Ξαναξάπλωσε γιατί του ήρθε μια ελαφριά σκοτοδίνη. Παύση

Ώρα 6:33. Προσπάθεια δεύτερη. Ο κυρ Πάνος ξανασηκώνεται. Αυτή τη φορά φοράει τις παντούφλες του και φτάνει στο wc. Η ελαφριά σκοτοδίνει εμμένει, όπως επίσης εμμένει και ο πόνος στο περίνεό του. Η τάση για ούρηση έχει τώρα γίνει επιτακτική και ο κυρ Πάνος δεν μπορεί να κάνει πίσω. Αποφασίζει πως πρέπει να σύρει το κουρασμένο του κουφάρι μέχρι την τουαλέτα για να μπορέσει επιτέλους να ανακουφιστεί. Κάθεται με αργές και προσεκτικές κινήσεις στη λεκάνη. Και θυμάται τα νιάτα του. Αχ, τι καλά ήταν τότε που μπορούσε να κατουράει όρθιος… Και να φανταστείτε, τότε ούτε καν τον απασχολούσαν τέτοια πράγματα… Που να’ ξερε…

Το κεφάλι του ξαφνικά έγειρε… και άρχισε να πέφτει. Τότε αυτός κρατήθηκε από το νιπτήρα που ήταν δίπλα. Τι είχε γίνει; Άλλη μια σκοτοδίνη; Όχι απλά πήγε να τον πάρει ο ύπνος… Ανακάλυψε με μεγάλη χαρά ότι ο προστάτης του δεν τον πονούσε πιά. Η πίεση είχε εκτονωθεί, γιατί πιθανότατα είχε ουρήσει. Το καλό στην όλη υπόθεση είναι ότι είχε εκτονωθεί εκτός από την κύστη του και το έντερό του, κρίνοντας από τη μυρωδιά. Α, ρε είμαι τσακάλι, σκέφτηκε… Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια σκέφτηκε περιχαρής. Ολοκλήρωσε τη διαδικασία της τουαλέτας και σκέφτηκε ότι έπρεπε να πάει μέχρι την κουζίνα για τα πρωινά του φάρμακα. Με χαρακτηριστικά αργές κινήσεις, ένα μεταλλικό πι μπήκε στην κουζίνα, ακολουθούμενο από ένα ζοχαδιασμένο 94χρονο.
«Γαμώ την καταδίκη μου, σκέφτηκε, τι κωλοφάρμακα και μαλακίες. Γαμώ τον κωλογιατρό που μου τα γράφει και την μαλακισμένη την εγγονή μου που τα αγοράζει… Δηλαδή πόσο να ζήσω… Μέχρι τα 140; Να μου λείπει, σκέφτηκε»

Αντί λοιπόν για τα φάρμακα αποφάσισε να πιεί ένα ποτηράκι ούζο, από αυτό που είχε στο ντουλάπι…
Αφού το κατέβασε με γρήγορες γουλιές και ένοιωσε τη ζέστη να του γεμίζει το στήθος, ένοιωθε έτοιμος να αρχίσει να προετοιμάζει τις δουλειές της ημέρας.
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και του έκλεισε πονηρά το μάτι.

Ώρα 7:25 Ο κυρ Πάνος είχε πια ντυθεί και ετοιμαζόταν να βγει έξω. Ήταν η μέρα που θα πήγαινε στο ΙΚΑ να γράψει φάρμακα. Όχι, δεν ήθελε να τα αγοράσει. Απλά ήθελε να πάει στο ΙΚΑ για να δει τον γιατρό του, να του σπάσει λίγο τα νεύρα και να δει και κόσμο. Δεν συμπαθούσε πια τον κόσμο. Και έπρεπε αυτό να του το καταστήσει σαφές. Εξάλλου ήταν και μία καλή ευκαιρία να βγει από το σπίτι.

Πήρε λοιπόν την μαγκούρα του και βγήκε από το σπίτι. Πέρασε απέναντι στο δρόμο και στάθηκε στη στάση του τρόλεϊ, το οποίο λογικά θα περνούσε στο επόμενο πεντάλεπτο.
Περιμένοντας, είδε απέναντι ένα νεαρό με μακριά μαλλιά να παρκάρει το μηχανάκι του. Μισούσε τους νεαρούς, αλλά και τα μακριά μαλλιά. Φυσικά μισούσε και τα μηχανάκια. Αυτός δεν είχε ποτέ μακριά μαλλιά. Δεν του πήρε ούτε δύο δευτερόλεπτα να σηκώσει την μαγκούρα και με απειλητικό ύφος να αρχίσει να του λέει: «Δεν ντρέπεσαι; Κοίτα πόσο χώρο πιάνεις! Θα έρθει κανάς άνθρωπος και δεν θα μπορεί να παρκάρει το αμάξι του!»
«Καλά, εγώ τι είμαι, δεν είμαι άνθρωπος;»
« Τώρα νεαρέ μην το θέτεις το ζήτημα γιατί διατηρώ τις αμφιβολίες μου, με αυτό το μακρύ μαλλί που έχεις! Μάλλον για αναρχικός μου φαίνεσαι!»
«Μα…»
«Δεν έχει μα! Αντιμιλάς κιόλα σε μένα, που είμαι και γέρος άνθρωπος… Σίγουρα αναρχικός είσαι! Άντε μπράβο! Πάρκαρε αλλού, γιατί θα σε καταγγείλω»
«Έχε χάρη που σέβομαι τα χρόνια σου, αλλιώς…»
«Το ήξερα! Εκτός από αναρχικός είσαι σίγουρα και τραμπούκος! Κάτι τέτοιους σα κι εσάς ξέρεις τι τους κάναμε στην Επανάσταση; Στη Μακρόνησο τους στέλναμε! Αντε μπράβο!»

Επιτέλους λίγο αργότερα πέρασε το τρόλεϊ και ο κυρ Πάνος βρήκε την ευκαιρία να αρχίσει ένα από τα αγαπημένα του τροπάρια!
« Τι έγινε; Δεν βλέπω και τρομερή προθυμία να σηκωθεί κάποιος για να δώσει τη θέση του σε ένα δύστυχο ηλικιωμένο σαν και εμένα…»
Και συνέχισε να μονολογεί…
« Ενώ παλιά, υπήρχε σεβασμός! Υπήρχε ανατροφή!»
Και ενώ τα έλεγε αυτά, το ακουστικό της βαρηκοΐας του συνέλαβε ένα νεαρό να μουρμουρίζει…
«Ώχου μωρέ παππού, όρεξη που την έχεις…»
« Νάτο! Τον ακούσατε; Για κάτι τέτοιους αμόρφωτους αλητήριους μιλάω! Αχ, και να’ ταν τα νιάτα δυο φορές… Κρίμα νεαρέ! Λυπάμαι τους γονείς σού!»
Και λέγοντας αυτά τα ευχάριστα, συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει στη στάση του ΙΚΑ.

Ώρα 8:00
Ο κυρ Πάνος περίμενε πλέον έξω από την πόρτα του Ιατρού του, μαζί με άλλους τέσσερις, απόμαχους της ζωής και αυτούς, αρκετά όμως πιο συμμαζεμένους και συνεσταλμένους από τον κυρ Πάνο. Κατά τη συνήθεια του, ο κυρ Πάνος δεν έβαζε γλώσσα μέσα.
« Και που λέτε, εμένα μου δημιουργούν πρόβλημα οι γείτονες! Είναι κάτι φοβερό! Συνεχώς μουσική, φασαρία, όλη την μέρα! Έχω απηυδήσει!» και σκύβοντας πονηρά προς την κοντινότερή του γερόντισσα, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του…
« και για να σου πω την αλήθεια είναι και επικίνδυνοι! Πριν τέσσερις μέρες που είχα πάει να ψωνίσω, όταν γύρισα σπίτι βρήκα πράγματα να λείπουν! σσσσσσς! Αυτοί τα πήρανε, αλλά εγώ δεν θα τα’ αφήσω έτσι. Γιατί δεν είναι ωραίο να σου πειράζουν τα πράγματα!»
Και η γιαγιά χαμηλόφωνα και με ύφος εξίσου συνωμοτικό, ψιθυρίζοντας στο αυτί του κυρ Πάνου:
«Τι πράγματα σου πήραν;»
«Πράγματα αξίας!»
«Δηλαδή;»
Με μία απότομη έκρηξη, δυνατά:
«Πράγματα αξίας! Γιατί μήπως θέλεις να σε βάλω τροχονόμο και στη ζωή μου; Άσε με ρε Χριστιανή μου!»
Τότε η καλή γριούλα μαζεύτηκε στην καρέκλα της και ταυτόχρονα άνοιξε η πόρτα. Ήταν η σειρά ενός κυρίου, νεότερου σίγουρα από τον κυρ Πάνο… Μα τι λέω τώρα… Όλοι είναι νεότεροι από τον κυρ Πάνο… Έκανε να σηκωθεί… Όμως δεν ήταν αρκετά γρήγορος… Με μία αστραπιαία κίνηση, που θα ζήλευαν πολλοί σαραντάρηδες ο κυρ Πάνος σηκώθηκε πρώτος, του έκλεισε το δρόμο με την μαγκούρα του και ταυτόχρονα άρχισε να μουρμουρίζει με στόμφο…
«Είμαι εγχειρισμένος, δεν μπορώ να περιμένω, οι γέροι και εγχειρισμένοι προηγούνται!»
Ο άλλος κύριος μπλόκαρε και προτού προλάβει να πει οτιδήποτε, ο κυρ’ Πάνος είχε ήδη μπει στο δωμάτιο του γιατρού και είχε κλείσει πίσω του την πόρτα.

«Γεια σου Γιατρέ!» είπε με μία δόση ειρωνείας ο γέρος.
«Γεια σας κύριε…»
«Ναι, γεια σας κύριε, αλλά μας έχετε μες στην ταλαιπωρία, γέρους ανθρώπους!»
«Λοιπόν γιατρέ, τα φάρμακά σου δεν μου κάνουν τίποτε…Η καρδιά μου είναι μια χαρά…. Τα πόδια μου έχουν πρόβλημα… Αλλά επειδή θα μου πεις τα ίδια που μου λές κάθε φορά, δηλαδή ότι δεν μπορείς να με κάνεις και τριάντα χρονώ, ήρθα να σου πω ότι δεν πρόκειται να ξαναπάρω τίποτε… και το κρίμα στο λαιμό σου…»
Σήκωσε επιδεικτικά την μαγκούρα του, λίγο σαν απειλή, λίγο σαν χαιρετισμό, έκανε μεταβολή και έφυγε από το ιατρείο ηρωικά, έτσι όπως μπήκε.

Τώρα έπρεπε να σκεφτεί τι να κάνει….

Ώρα 10.50. Έπρεπε να περάσει από το μανάβη, της γειτονιάς να πάρει λίγο φασκόμηλο, όπως συνήθιζε κάθε Τρίτη.

«Καλημέρα κυρ Πάνο» είπε ο μανάβης έχοντας αβέβαιο ύφος. Πάντα ο μανάβης είχε αβέβαιο ύφος όταν μιλούσε στον κυρ Πάνο, μάλλον γιατί δεν ήταν σίγουρος για το τι αποτέλεσμα θα έφερνε οποιαδήποτε προσπάθεια να μιλήσει με αυτό τον απαίσιο πελάτη.
«Ναι, όλο καλημέρα και καλησπέρα είσαι, την άλλη φορά όμως που ψώνισα από εσένα οκτώ πορτοκάλια, τα δύο ήταν σάπια! Και μετά λες πως εξυπηρετείς τους καλούς πελάτες σαν και του λόγου μου! Δεν ντρέπεσαι; Λέγεσαι επαγγελματίας εσύ; Μάλλον θα πρέπει να πάψω να ψωνίζω από εσένα, να δεις τι θα πει βερίκοκο!» είπε έχοντας μια κρυφή περηφάνια για την έξυπνη μεταφορά που έκανε…
Εντωμεταξύ, ο μανάβης ευχόταν από μέσα του να γίνουν πραγματικότητα τα λόγια του γέρου και να μην τον ξαναδεί ποτέ στην ζωή του.

‘Ωρα 14.00 Ο κυρ Πάνος μόλις είχε τελειώσει το μεσημεριανό του, φιδέ με λίγο μοσχάρι βραστό που του είχε φέρει η εγγονή του. Αφού την έβρισε δυνατά, που το είχε κάνει ανάλατο, αποφάσισε να πάει να πάρει ένα μεσημεριανό υπνάκο. Πήρε το πι του, και με αργά και τελετουργικά βήματα κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα του(Ποτέ δεν κοιμόταν στο κρεβάτι του το μεσημέρι). Έβαλε ένα μαξιλάρι στην πλάτη της πολυθρόνας, έβαλε στο ραδιοφωνάκι του εκκλησία της Ελλάδος και κάθισε στην πολυθρόνα, αναπολώντας παλιές, καλές εποχές…

Ώρα 16.00 Ξύπνησε με έντονη ξινίλα. Η παλινδρόμηση του ήταν προφανώς σε έξαρση! «Κωλοστομάχι! Σκέφτηκε…» Πήρε ένα αντιόξινο και το συνόδευσε με λίγο τσίπουρο. Αυτό ήταν το καλύτερο και πιο αποτελεσματικό φάρμακο κατά την γνώμη του. Είπε να πάρει τηλέφωνο την εγγονή του.
« Έλα Αλίκη, δεν είμαι καλά! Έχεις μέρες να περάσεις! Πότε θα έρθεις;»
«Μα παππού, σήμερα δεν έχω καθόλου χρόνο! Θα είμαι μέχρι αργά το απόγευμα στη δουλειά και μετά πρέπει να περάσω να πάρω τα παιδιά από το φροντιστήριο.»
« Καλά Αλίκη, δεν θα γεράσεις και εσύ; Ε, ρε κλάσιμο που έχεις να φας!» είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο.

Ώρα 17.00. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει (ήταν χειμώνας) και ξαφνικά η όραση του άρχισε να θολώνει. Ο χώρος ξαφνικά έχασε την οικειότητά του. Ο κυρ Πάνος δεν ήξερε που βρισκόταν.
«Θέλω να πάω στον κήπο!» φώναξε!
«Ανοίξτε μου την πόρτα να πάω έξω! Βρωμεροί, με έχετε κλειδώσει μέσα! Γιάννη, γιατί δεν με αφήνεις; Θέλω να πάω στην δουλειά! Ποτέ μου δεν σας εκτίμησα! Γαϊδούρια είστε όλοι!»
Αχ, πόσο του άρεσαν τα δαμάσκηνα, γλυκά και αρωματικά! Θα έβγαινε να κόψει δύο για να τα φάει.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.

Ώρα 22.30. Ένας γέρος βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του, στο δεύτερο όροφο, από το οποίο και έπεσε. Ένας γείτονας που ήταν στο μπαλκόνι του εκείνη τη στιγμή είπε ότι τον είδε με αργές κινήσεις να τεντώνεται σαν να προσπαθεί να πιάσει κάτι στον αέρα. Προσπάθησε να του φωνάξει. Ο παππούς φαινόταν υπνωτισμένος… Πέφτοντας από το μπαλκόνι φάνηκε στον γείτονα πως είχε ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη…

Αυτό ήταν το τελευταίο 24ωρο ενός πραγματικά μεγάλου σκατόγερου.