Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

To 24ωρο ενός σκατόγερου




Ο κυρ’ Πάνος ξύπνησε τη συνηθισμένη του ώρα δηλαδή κατά τις 6:22 το πρωί από τον πονεμένο του προστάτη. Έβαλε αργά αργά τα πόδια του μέσα στις παντούφλες του.
Ξαναξάπλωσε γιατί του ήρθε μια ελαφριά σκοτοδίνη. Παύση

Ώρα 6:33. Προσπάθεια δεύτερη. Ο κυρ Πάνος ξανασηκώνεται. Αυτή τη φορά φοράει τις παντούφλες του και φτάνει στο wc. Η ελαφριά σκοτοδίνει εμμένει, όπως επίσης εμμένει και ο πόνος στο περίνεό του. Η τάση για ούρηση έχει τώρα γίνει επιτακτική και ο κυρ Πάνος δεν μπορεί να κάνει πίσω. Αποφασίζει πως πρέπει να σύρει το κουρασμένο του κουφάρι μέχρι την τουαλέτα για να μπορέσει επιτέλους να ανακουφιστεί. Κάθεται με αργές και προσεκτικές κινήσεις στη λεκάνη. Και θυμάται τα νιάτα του. Αχ, τι καλά ήταν τότε που μπορούσε να κατουράει όρθιος… Και να φανταστείτε, τότε ούτε καν τον απασχολούσαν τέτοια πράγματα… Που να’ ξερε…

Το κεφάλι του ξαφνικά έγειρε… και άρχισε να πέφτει. Τότε αυτός κρατήθηκε από το νιπτήρα που ήταν δίπλα. Τι είχε γίνει; Άλλη μια σκοτοδίνη; Όχι απλά πήγε να τον πάρει ο ύπνος… Ανακάλυψε με μεγάλη χαρά ότι ο προστάτης του δεν τον πονούσε πιά. Η πίεση είχε εκτονωθεί, γιατί πιθανότατα είχε ουρήσει. Το καλό στην όλη υπόθεση είναι ότι είχε εκτονωθεί εκτός από την κύστη του και το έντερό του, κρίνοντας από τη μυρωδιά. Α, ρε είμαι τσακάλι, σκέφτηκε… Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια σκέφτηκε περιχαρής. Ολοκλήρωσε τη διαδικασία της τουαλέτας και σκέφτηκε ότι έπρεπε να πάει μέχρι την κουζίνα για τα πρωινά του φάρμακα. Με χαρακτηριστικά αργές κινήσεις, ένα μεταλλικό πι μπήκε στην κουζίνα, ακολουθούμενο από ένα ζοχαδιασμένο 94χρονο.
«Γαμώ την καταδίκη μου, σκέφτηκε, τι κωλοφάρμακα και μαλακίες. Γαμώ τον κωλογιατρό που μου τα γράφει και την μαλακισμένη την εγγονή μου που τα αγοράζει… Δηλαδή πόσο να ζήσω… Μέχρι τα 140; Να μου λείπει, σκέφτηκε»

Αντί λοιπόν για τα φάρμακα αποφάσισε να πιεί ένα ποτηράκι ούζο, από αυτό που είχε στο ντουλάπι…
Αφού το κατέβασε με γρήγορες γουλιές και ένοιωσε τη ζέστη να του γεμίζει το στήθος, ένοιωθε έτοιμος να αρχίσει να προετοιμάζει τις δουλειές της ημέρας.
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και του έκλεισε πονηρά το μάτι.

Ώρα 7:25 Ο κυρ Πάνος είχε πια ντυθεί και ετοιμαζόταν να βγει έξω. Ήταν η μέρα που θα πήγαινε στο ΙΚΑ να γράψει φάρμακα. Όχι, δεν ήθελε να τα αγοράσει. Απλά ήθελε να πάει στο ΙΚΑ για να δει τον γιατρό του, να του σπάσει λίγο τα νεύρα και να δει και κόσμο. Δεν συμπαθούσε πια τον κόσμο. Και έπρεπε αυτό να του το καταστήσει σαφές. Εξάλλου ήταν και μία καλή ευκαιρία να βγει από το σπίτι.

Πήρε λοιπόν την μαγκούρα του και βγήκε από το σπίτι. Πέρασε απέναντι στο δρόμο και στάθηκε στη στάση του τρόλεϊ, το οποίο λογικά θα περνούσε στο επόμενο πεντάλεπτο.
Περιμένοντας, είδε απέναντι ένα νεαρό με μακριά μαλλιά να παρκάρει το μηχανάκι του. Μισούσε τους νεαρούς, αλλά και τα μακριά μαλλιά. Φυσικά μισούσε και τα μηχανάκια. Αυτός δεν είχε ποτέ μακριά μαλλιά. Δεν του πήρε ούτε δύο δευτερόλεπτα να σηκώσει την μαγκούρα και με απειλητικό ύφος να αρχίσει να του λέει: «Δεν ντρέπεσαι; Κοίτα πόσο χώρο πιάνεις! Θα έρθει κανάς άνθρωπος και δεν θα μπορεί να παρκάρει το αμάξι του!»
«Καλά, εγώ τι είμαι, δεν είμαι άνθρωπος;»
« Τώρα νεαρέ μην το θέτεις το ζήτημα γιατί διατηρώ τις αμφιβολίες μου, με αυτό το μακρύ μαλλί που έχεις! Μάλλον για αναρχικός μου φαίνεσαι!»
«Μα…»
«Δεν έχει μα! Αντιμιλάς κιόλα σε μένα, που είμαι και γέρος άνθρωπος… Σίγουρα αναρχικός είσαι! Άντε μπράβο! Πάρκαρε αλλού, γιατί θα σε καταγγείλω»
«Έχε χάρη που σέβομαι τα χρόνια σου, αλλιώς…»
«Το ήξερα! Εκτός από αναρχικός είσαι σίγουρα και τραμπούκος! Κάτι τέτοιους σα κι εσάς ξέρεις τι τους κάναμε στην Επανάσταση; Στη Μακρόνησο τους στέλναμε! Αντε μπράβο!»

Επιτέλους λίγο αργότερα πέρασε το τρόλεϊ και ο κυρ Πάνος βρήκε την ευκαιρία να αρχίσει ένα από τα αγαπημένα του τροπάρια!
« Τι έγινε; Δεν βλέπω και τρομερή προθυμία να σηκωθεί κάποιος για να δώσει τη θέση του σε ένα δύστυχο ηλικιωμένο σαν και εμένα…»
Και συνέχισε να μονολογεί…
« Ενώ παλιά, υπήρχε σεβασμός! Υπήρχε ανατροφή!»
Και ενώ τα έλεγε αυτά, το ακουστικό της βαρηκοΐας του συνέλαβε ένα νεαρό να μουρμουρίζει…
«Ώχου μωρέ παππού, όρεξη που την έχεις…»
« Νάτο! Τον ακούσατε; Για κάτι τέτοιους αμόρφωτους αλητήριους μιλάω! Αχ, και να’ ταν τα νιάτα δυο φορές… Κρίμα νεαρέ! Λυπάμαι τους γονείς σού!»
Και λέγοντας αυτά τα ευχάριστα, συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει στη στάση του ΙΚΑ.

Ώρα 8:00
Ο κυρ Πάνος περίμενε πλέον έξω από την πόρτα του Ιατρού του, μαζί με άλλους τέσσερις, απόμαχους της ζωής και αυτούς, αρκετά όμως πιο συμμαζεμένους και συνεσταλμένους από τον κυρ Πάνο. Κατά τη συνήθεια του, ο κυρ Πάνος δεν έβαζε γλώσσα μέσα.
« Και που λέτε, εμένα μου δημιουργούν πρόβλημα οι γείτονες! Είναι κάτι φοβερό! Συνεχώς μουσική, φασαρία, όλη την μέρα! Έχω απηυδήσει!» και σκύβοντας πονηρά προς την κοντινότερή του γερόντισσα, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του…
« και για να σου πω την αλήθεια είναι και επικίνδυνοι! Πριν τέσσερις μέρες που είχα πάει να ψωνίσω, όταν γύρισα σπίτι βρήκα πράγματα να λείπουν! σσσσσσς! Αυτοί τα πήρανε, αλλά εγώ δεν θα τα’ αφήσω έτσι. Γιατί δεν είναι ωραίο να σου πειράζουν τα πράγματα!»
Και η γιαγιά χαμηλόφωνα και με ύφος εξίσου συνωμοτικό, ψιθυρίζοντας στο αυτί του κυρ Πάνου:
«Τι πράγματα σου πήραν;»
«Πράγματα αξίας!»
«Δηλαδή;»
Με μία απότομη έκρηξη, δυνατά:
«Πράγματα αξίας! Γιατί μήπως θέλεις να σε βάλω τροχονόμο και στη ζωή μου; Άσε με ρε Χριστιανή μου!»
Τότε η καλή γριούλα μαζεύτηκε στην καρέκλα της και ταυτόχρονα άνοιξε η πόρτα. Ήταν η σειρά ενός κυρίου, νεότερου σίγουρα από τον κυρ Πάνο… Μα τι λέω τώρα… Όλοι είναι νεότεροι από τον κυρ Πάνο… Έκανε να σηκωθεί… Όμως δεν ήταν αρκετά γρήγορος… Με μία αστραπιαία κίνηση, που θα ζήλευαν πολλοί σαραντάρηδες ο κυρ Πάνος σηκώθηκε πρώτος, του έκλεισε το δρόμο με την μαγκούρα του και ταυτόχρονα άρχισε να μουρμουρίζει με στόμφο…
«Είμαι εγχειρισμένος, δεν μπορώ να περιμένω, οι γέροι και εγχειρισμένοι προηγούνται!»
Ο άλλος κύριος μπλόκαρε και προτού προλάβει να πει οτιδήποτε, ο κυρ’ Πάνος είχε ήδη μπει στο δωμάτιο του γιατρού και είχε κλείσει πίσω του την πόρτα.

«Γεια σου Γιατρέ!» είπε με μία δόση ειρωνείας ο γέρος.
«Γεια σας κύριε…»
«Ναι, γεια σας κύριε, αλλά μας έχετε μες στην ταλαιπωρία, γέρους ανθρώπους!»
«Λοιπόν γιατρέ, τα φάρμακά σου δεν μου κάνουν τίποτε…Η καρδιά μου είναι μια χαρά…. Τα πόδια μου έχουν πρόβλημα… Αλλά επειδή θα μου πεις τα ίδια που μου λές κάθε φορά, δηλαδή ότι δεν μπορείς να με κάνεις και τριάντα χρονώ, ήρθα να σου πω ότι δεν πρόκειται να ξαναπάρω τίποτε… και το κρίμα στο λαιμό σου…»
Σήκωσε επιδεικτικά την μαγκούρα του, λίγο σαν απειλή, λίγο σαν χαιρετισμό, έκανε μεταβολή και έφυγε από το ιατρείο ηρωικά, έτσι όπως μπήκε.

Τώρα έπρεπε να σκεφτεί τι να κάνει….

Ώρα 10.50. Έπρεπε να περάσει από το μανάβη, της γειτονιάς να πάρει λίγο φασκόμηλο, όπως συνήθιζε κάθε Τρίτη.

«Καλημέρα κυρ Πάνο» είπε ο μανάβης έχοντας αβέβαιο ύφος. Πάντα ο μανάβης είχε αβέβαιο ύφος όταν μιλούσε στον κυρ Πάνο, μάλλον γιατί δεν ήταν σίγουρος για το τι αποτέλεσμα θα έφερνε οποιαδήποτε προσπάθεια να μιλήσει με αυτό τον απαίσιο πελάτη.
«Ναι, όλο καλημέρα και καλησπέρα είσαι, την άλλη φορά όμως που ψώνισα από εσένα οκτώ πορτοκάλια, τα δύο ήταν σάπια! Και μετά λες πως εξυπηρετείς τους καλούς πελάτες σαν και του λόγου μου! Δεν ντρέπεσαι; Λέγεσαι επαγγελματίας εσύ; Μάλλον θα πρέπει να πάψω να ψωνίζω από εσένα, να δεις τι θα πει βερίκοκο!» είπε έχοντας μια κρυφή περηφάνια για την έξυπνη μεταφορά που έκανε…
Εντωμεταξύ, ο μανάβης ευχόταν από μέσα του να γίνουν πραγματικότητα τα λόγια του γέρου και να μην τον ξαναδεί ποτέ στην ζωή του.

‘Ωρα 14.00 Ο κυρ Πάνος μόλις είχε τελειώσει το μεσημεριανό του, φιδέ με λίγο μοσχάρι βραστό που του είχε φέρει η εγγονή του. Αφού την έβρισε δυνατά, που το είχε κάνει ανάλατο, αποφάσισε να πάει να πάρει ένα μεσημεριανό υπνάκο. Πήρε το πι του, και με αργά και τελετουργικά βήματα κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα του(Ποτέ δεν κοιμόταν στο κρεβάτι του το μεσημέρι). Έβαλε ένα μαξιλάρι στην πλάτη της πολυθρόνας, έβαλε στο ραδιοφωνάκι του εκκλησία της Ελλάδος και κάθισε στην πολυθρόνα, αναπολώντας παλιές, καλές εποχές…

Ώρα 16.00 Ξύπνησε με έντονη ξινίλα. Η παλινδρόμηση του ήταν προφανώς σε έξαρση! «Κωλοστομάχι! Σκέφτηκε…» Πήρε ένα αντιόξινο και το συνόδευσε με λίγο τσίπουρο. Αυτό ήταν το καλύτερο και πιο αποτελεσματικό φάρμακο κατά την γνώμη του. Είπε να πάρει τηλέφωνο την εγγονή του.
« Έλα Αλίκη, δεν είμαι καλά! Έχεις μέρες να περάσεις! Πότε θα έρθεις;»
«Μα παππού, σήμερα δεν έχω καθόλου χρόνο! Θα είμαι μέχρι αργά το απόγευμα στη δουλειά και μετά πρέπει να περάσω να πάρω τα παιδιά από το φροντιστήριο.»
« Καλά Αλίκη, δεν θα γεράσεις και εσύ; Ε, ρε κλάσιμο που έχεις να φας!» είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο.

Ώρα 17.00. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει (ήταν χειμώνας) και ξαφνικά η όραση του άρχισε να θολώνει. Ο χώρος ξαφνικά έχασε την οικειότητά του. Ο κυρ Πάνος δεν ήξερε που βρισκόταν.
«Θέλω να πάω στον κήπο!» φώναξε!
«Ανοίξτε μου την πόρτα να πάω έξω! Βρωμεροί, με έχετε κλειδώσει μέσα! Γιάννη, γιατί δεν με αφήνεις; Θέλω να πάω στην δουλειά! Ποτέ μου δεν σας εκτίμησα! Γαϊδούρια είστε όλοι!»
Αχ, πόσο του άρεσαν τα δαμάσκηνα, γλυκά και αρωματικά! Θα έβγαινε να κόψει δύο για να τα φάει.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.

Ώρα 22.30. Ένας γέρος βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του, στο δεύτερο όροφο, από το οποίο και έπεσε. Ένας γείτονας που ήταν στο μπαλκόνι του εκείνη τη στιγμή είπε ότι τον είδε με αργές κινήσεις να τεντώνεται σαν να προσπαθεί να πιάσει κάτι στον αέρα. Προσπάθησε να του φωνάξει. Ο παππούς φαινόταν υπνωτισμένος… Πέφτοντας από το μπαλκόνι φάνηκε στον γείτονα πως είχε ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη…

Αυτό ήταν το τελευταίο 24ωρο ενός πραγματικά μεγάλου σκατόγερου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου