Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Ποκοπίκο V

Ο Ποκοπίκο ένοιωσε ένα γλυκό γαργάλημα στα ακροδάχτυλα του δεξιού του χεριού.
Μα καλά, ποιος τολμούσε να τον ενοχλεί τόσο απροκάλυπτα, κατά τη διάρκεια ενός τόσο σημαντικού ματς και μάλιστα στη σουίτα των επισήμων; Αυτό ούτε ο νομάρχης που είχε αποχωρίσει πριν από λίγο δεν θα αποτολμούσε να το κάνει…
Και όμως το γαργαλητό όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονο, όλο και πιο ενοχλητικό… και σε λίγο ξαφνικά άλλαξε θέση… και από τ’ ακροδάχτυλα μεταφέρθηκε απότομα στην άκρη του ποδιού και συνέχισε να γίνεται όλο και πιο δυσάρεστο για να γίνει ένας οξύς διαξιφιστικός πόνος λίγο πάνω από την γάμπα.
Πάει πεθαίνω, σκέφτηκε ο μικρός ποκοπίκο. Μάλλον παθαίνω έμφραγμα, δεν πίστευα όμως ότι στο έμφραγμα πονάς στο πόδι. Αλλά τι άλλο μπορεί να είναι; Μα καλά τόσο πολύ άγχος μου προκάλεσε το ματσάκι; Άτιμη τενεκεδούπολη έχε γειά! Πρέπει να υπήρξα ο πιο σύντομος δήμαρχός σου!

Και λέγοντας αυτές τις τελευταίες δύο προτάσεις δυνατά, ο ποκοπίκο έκανε μια θεατρικότατη στροφή γύρω από τον άξονα του, κοιτώντας προς τα πάνω (πράξη υψηλής συμβολικής αξίας-για να κοιτά προς τη θεία δύναμη που του στερεί τόσο σύντομα και άδικα την ζωή του) και με έναν υπόκοφο γδούπο (ένεκα η μοκέτα που ήταν παχιά-βλέπεις VIP ήταν το δωμάτιο…) έσκασε σαν τσουβάλι με πατάτες στο δάπεδο.
Το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει, τα χρώματα αλλοιώθηκαν και άρχισαν να σκοτεινιάζουν. Το πρόσωπο του άρχισε να γίνεται κρύο και υγρό, μια υγρασία που άρχισε να τον πνίγει. Αντανακλαστικά άπλωσε τα χέρια μπροστά από το πρόσωπό του, και ενώ το σκοτάδι γινόταν ολοκληρωτικό, έβαλε όλη του την δύναμη σε μία τελευταία προσπάθεια και σηκώθηκε καθιστός, ανοίγοντας ταυτόχρονα τα μάτια.

Ξαφνικά όλα καθάρισαν! Ήταν καθιστός τώρα πια στο κρεβάτι του, και στα χέρια του κρατούσε το Σπίθα, το μικρό γλυκό του κοπρόσκυλο, ο οποίος όπως αποδείχθηκε ήταν η αιτία όλων! Του γαργαλήματος, του πόνου στο πόδι και της μετέπειτα τρομερής υγρασίας στο πρόσωπο, αφού αυτός ο μικρός δαίμονας είχε μία εντυπωσιακά μακριά και υγρή γλώσσα την οποία συνήθως χρησιμοποιούσε για να γλείφει τ’ αρχίδια του. Κάνοντας τον σχετικό συσχετισμό, ο Ποκοπίκο ένοιωσε για λίγο ένα συναίσθημα έντονης αηδίας, σκέφτηκε όμως γρήγορα ότι και αυτός αν είχε τόσο μακριά γλώσσα μάλλον το ίδιο θα έκανε! Παραδόξως πως, αυτό τον έκανε να νιώσει πολύ πολύ καλύτερα! Η ποκοπίκεια τετράγωνη λογική είχε για άλλα μια φορά διαπρέψει και τον είχε βγάλει νικητή απέναντι στα προβλήματα της καθημερινότητας , αλλά και στην αηδία για την μακριά γλώσσα του κατά τ’ άλλα συμπαθούς τετράποδου κατοικιδίου.

Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη του, κάτι που ακόμα και σε φυσιολογικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για ένα τόσο ελεύθερο πνεύμα σαν τον Ποκοπίκο. Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι του, ο μικρός σπίθας τώρα ήταν απέναντί του και τον κοιτούσε με γουρλωμένα τα μάτια, κουνώντας σχεδόν μανιασμένα την ασπρόμαυρη ουρίτσα του, με την οποία μαστίγωνε αλύπητα το πάτωμα, λαχανιάζοντας από έξαψη, με τον τρόπο που μόνο ένα τετράποδο του συγκεκριμένου είδους ξέρει. Ο Ποκοπίκο τις ήξερε καλά αυτές τις πρωινές χαρούλες. Ήξερε πως δεν υπήρχε πολύς χρόνος για σκέψη. Έπρεπε να δράσει, και μάλιστα άμεσα… Αλλιώς, αυτό που τον περίμενε ήταν το φτιάρισμα από διάφορα μέρη του σπιτιού ποικίλων μεγεθών και κακοσμίας κακουλακίων… Ενόψει λοιπόν αυτού του ατυχούς σεναρίου σε τρία μόλις λεπτά ήταν ντυμένος και έτοιμος για τον πρωινό περίπατο του καλού του σπιθάκου.

Λίγα μόλις λεπτά μετά και τριακόσια μέτρα παρακάτω από το σπίτι του, έχοντας κινηθεί με περισσή τέχνη και μεγάλη προσπάθεια ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, πάσης λογής εμπόδια που έκλειναν τα στενά πεζοδρόμια της τενεκεδούπολης (παλιές πόρτες,εξαθλιωμένοι καναπέδες, μηχανάκια κτλ) και των ζοχαδιασμένων οδηγών που έτρεχαν λες και τους κυνηγούσε ο εξαποδώ, το αγαπημένο ζευγάρι αφεντικού-τετράποδου έφτασε στο μικρό και βρώμικο πεζόδρομο της ιππίωνος-λέχρη. Τον πεζόδρομο, που στα αμέσως επόμενα λεπτά έγινε ακόμα πιο βρώμικος χάρη στο ξαλάφρωμα του φουσκωμένου εντέρου του ταλαίπωρου σπίθα. Ο καλός μας ποκοπίκο κατά την προσφιλή του συνήθεια, έβγαλε ένα μεγάλο χαρτομάντηλο και κάλυψε με αυτό το βρωμερό βουνό από κακάκια νιώθοντας ταυτόχρονα μια μικρή και διεστραμμένη ικανοποίηση, όπως αυτή που νιώθεις όταν κρύβεις τη σκόνη του δωματίου κάτω από το χαλί. Δεν την βλέπεις, ξέρεις όμως πως είναι εκεί… Κάποιος, κάποια στιγμή θα το καθαρίσει. Εξάλλου πρέπει και οι καθαριστές του δήμου να έχουν κάποιο αντικείμενο εργασίας, δεν πρέπει;

Το ζήτημα ήταν ότι το επείγον μέρος της βόλτας τώρα πια είχε παρέλθει, οπότε τώρα σκύλος και αφεντικό μπορούσαν να την απολαύσουν σε όλο της το μεγαλείο με την ησυχία τους. Σε λίγο και όπως περπατούσαν, η ουρά του σπίθα μεμιάς τεντώθηκε και μετά καμπυλώθηκε απότομα προς τα εμπρός, σαν ένα βέλος που δείχνει με σαφήνεια το στόχο. Ο στόχος ενπροκειμένω μάλλον ήταν ένα ογκώδες λυκόσκυλο, τουλάχιστον τρεις φορές το μέγεθος του σπίθα, που καθόταν ράθυμα κάτω από ένα ταλαίπωρο- από το καυσαέριο δεντράκι. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο ποκοπίκο έλυσε το λεπτό λουράκι (αν δεν το έκανε ο σπίθας θα τον έσυρε βίαια εως το άλλο σκυλί και η βία ήταν κάτι που ο Ποκοπίκο απεχθανόταν πααάρα πολύ) και κάθισε στο διπλανο παγκάκι παρακολουθώντας το μικρό του σπίθα να εξορμά αφηνιασμένος προς το άλλο τετράποδο, με σαφές σχέδιο βατέματος στο μυαλό του.

Τώρα λοιπόν ήταν η ώρα της αυτοκριτικής. Η ώρα που ο ποκοπίκο θα αξιολογούσε όλα τα προηγούμενα συμβάντα στο δαιμόνιο μυαλουδάκι του. Καταρχάς που ήταν η αφροξυλάνθη; Γιατί δεν είχε βγάλει βόλτα αυτή τον σπιθάκο; Γιατί δεν τον είχε χαιρετήσει φεύγοντας; Αυτό ήταν ένα μυστήριο. Εντάξει, ήταν Σάββατο, ο ποκοπίκο δεν δούλευε, όμως και πάλι. Ούτε ένα πρωινό φιλάκι; Σίγουρα η λύση θα δινόταν μόνο με την επιστροφή της αφροκυλάνθης στο σπίτι. Και ο αγώνας; Η δημαρχεία; Όλες αυτές οι ρηξικέλευθες ρυθμίσεις που είχε αποφασίσει ο ποκοπίκο για την τενεκεδούπολη; Και το κυριότερο: Η δόξα που θα αποκόμιζε από όλα αυτά; Η αποθέωση του πλήθους; Το γεγονός πως θα μπορούσε ως δήμαρχος να αγνοεί επιδεικτικά τον απαίσιο διαχειριστή της πολυκατοκίας; Μια κακή σκέψη άρχισε να αναδύεται, τόσο κακή όσο μία υπερωρία σε μέρα αργίας… και γύριζε από δώ και έστριβε από κει μέχρι που η σκέψη έγινε ξεκάθαρη. Ήταν όλα ένα όνειρο! Ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό όπως λέει και το τραγούδι…

Τα μάτια του Ποκοπίκο βάρυναν από τη στεναχώρια. Κοίταξε με απλανές βλέμμα μπροστά… Και τότε είδε κάτι πέρα ως πέρα απίθανο! Ο Σπίθας μέγας εραστής, βάτευε με ένα καθόλα εκκεντρικό τρόπο το μεγάλο λυκόσκυλο που τώρα είχε στηθεί και φαινόταν να το απολαμβάνει… Μπράβο! Σκέφτηκε… Τουλάχιστον έχω το Σπίθα μου για να είμαι περήφανος! Για να παρατηρήσει αμέσως μετά… Ο πρόσκαιρος ερωτικός σύντροφος του σπίθα, ήταν του ιδίου φύλου… Ακόμα κι έτσι όμως ο ποκοπίκο δεν πτοήθηκε… Θεώρησε το περιστατικό στοιχείο επιβολής σε μεγαλύτερο και δυνατότερο άτομο. Μακάρι να ήταν κι αυτός έτσι…(μεταφορικά εννοείται και σίγουρα όχι ως προς το βάτεμα αλλά ως προς το στοιχείο της επιβολής…)

Ενώ σκεφτόταν όλα αυτά τα σημαντικά, ένα φυστίκι Αιγίνης προσγειώθηκε στον ώμο του. Δεν έδωσε σημασία και παρέμεινε απορροφημένος στις σκέψεις του. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ένα δεύτερο. Και μετά ένα τρίτο. Ο ποκοπίκο κοίταξε ψηλά, στο δέντρο που βρισκόταν πάνω από το παγκάκι προσφέροντας του μία μίζερη αδύναμη σκια. Το περιεργάστηκε στιγμιαία. Δεν ήξερε πολλά από δέντρα, αλλά σίγουρα αυτό το δέντρο δεν ήταν φυστικιά. Μμμ, νέο μυστήριο προς επίλυση… Κοίταξε αριστερά του… Και μετά δεξιά και το μυστήριο λύθηκε! Στα δεξιά του ήταν ένας τύπος σε ένα αναπηρικό καροτσάκι! Η εμφάνισή του ήταν τουλάχιστον ρυπαρή, πάνω στα πόδια του είχε ένα κεσεδάκι με φυστίκια, και τα χέρια του ήταν περιορισμένα στα πλαϊνά του καροτσιού με δύο λουρίδες…

Με τη γνωστή του ευγένεια ο ποκοπίκο τον ρώτησε: « Θα θέλατε κάτι;»
Τότε ο ανάπηρος άντρας με μία έκφραση πόνου και βίαιου τραβήγματος του σαγονιού του προς τα κάτω και δεξιά, μουρμούρησε κάτι ακατάληπτα σε μάλλον άγνωστη γλώσσα. Ο ποκοπίκο συνέχισε στο ευγενικό μοτίβο: «Συγνώμη, αλλά δεν σας κατάλαβα… Μπορείτε να επαναλάβετε καθαρότερα παρακαλώ;»

Ο άντρας με εμφανώς μεγαλύτερη προσπάθεια ψέλλισε κάτι, που θα πρέπει να θύμιζε: « Να με πάαας λίγοοο πιο κάαατωωω (ο τρόπος έκφρασης θύμιζε εκ γενετής κωφάλαλο που αποπειράται να μιλήσει). Αυτό ήταν ένα λογικό αίτημα, γιατί να μην το ικανοποιήσει ο ποκοπίκο; Κοίταξε προς την πλευρά του Σπίθα για να δει σε ποια κατάσταση ήταν τα πράγματα. Ήταν εμφανές ότι η ερωτική περίπτυξη είχε τελειώσει. Τώρα το μεγάλο σκυλί τον κυνηγούσε, σε μία προσπάθεια για αλλαγή ρόλων. Ο σπίθας όμως (ευτυχώς) προσπαθούσε να ξεφύγει. Μμμ, φαντάζομαι ότι δεν πειράζει να τον πάω λίγο πιο κάτω σκέφτηκε ο Ποκοπίκο, ο Σπίθας προς το παρόν είναι εντάξει… Οι κοινωνικές ευαισθησίες ποτέ δεν έβλαψαν κανένα. Πήγε λοιπόν από πίσω από το καροτσάκι, έπιασε τις χειρολαβές και άρχισε να μετακινεί τον ταλαίπωρο μάλλον(;) ανάπηρο άντρα…
Μετά από περίπου εκατό μέτρα, ο ποκοπίκο τον ρώτησε: «Πού ακριβώς πηγαίνεις;»
«Λίγο πιο κάααατω, λίγοο πιο κάαατω» ανταπάντησε αυτός. Άλλα 200 μέτρα… «Συνεχίζουμε;»
«νννννν, ννννναι…»
Κατέβηκαν άλλα 100-150 μέτρα. Είχαν πλέον φτάσει στο τέλος του πεζοδρόμου. «Τώρα;»
«λλλίγο πιο κάαατω, λλλίγο.»

Ήταν πλέον φανερό, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάποιο λάκκο, είχε η φάβα. Τώρα τι δουλειά έχει η φάβα με το λάκκο, αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Και αυτή ακριβώς είναι και η σημασία του γνωμικού. Δεν έχει απολύτως καμία δουλειά η φάβα με το λάκκο, πάει και τελείωσε και όποιος πει το αντίθετο, είναι τουλάχιστον κακοήθης. Έτσι και ο ποκοπίκο άρχισε να αντιλαμβάνεται πως κι αυτός δεν είχε καμία δουλειά με αυτόν τον μάλλον αρκετά πονηρούλη και όχι τόσο καθυστερημένο τύπο όσο αρχικά νόμιζε. Εξάλλου γιατί είχε δεμένα τα χέρια του με λουριά στο καροτσάκι; Μήπως για να μην φτάνει τις ρόδες για να μπορεί να κινηθεί;

Έτσι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έκανε επιτόπια στροφή και άρχισε με σταθερό βήμα να πηγαίνει προς τα πίσω. Ο κύριος στο καροτσάκι έπαθε αμόκ! «όοοοχι, πππου με ππας;…όοοχι, ππίσω ππίσω» Ήταν φανερό ότι τώρα είχε πια στρεσαρηστεί αρκετά, γιατί τα λόγια του πάλι μπλέκονταν όλο και πιο πολύ, σα να βάζουν τρικλοποδιά το ένα στο άλλο. « Όοοοχι, όχιιιιιι…» για να καταλήξει σε κλάματα σα μικρό παιδί. «Όοοοχιιι, μπουάαααα, μπουάααα.» Ο ποκοπίκο κόντευε να τρελαθεί. Πω πω, αυτός είναι ένας κατεξοχήν αφόρητος τύπος, σκέφτηκε. Σε λίγο και παρόλες τις διαμαρτυρίες, κλάματα και φτυσιές που δυστυχώς μάλλον λέρωναν περισσότερο τον ίδιο παρά οποιονδήποτε άλλο, έφτασαν στο σημείο απ’ όπου είχαν ξεκινήσει. Κοιτώντας πως στην πλευρά όπου πριν ήταν τα σκυλάκια, ο ποκοπίκο είδε με ευχαρίστηση πως το μεγάλο σκυλί δεν είχε μουντάρει το Σπίθα. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Σπίθας στη γνώριμη πλέον και εκκεντρική στάση, αφού ήταν αρκετά κοντός, ξέδινε για άλλη μία φορά πάνω στον ψευδοεπιβήτορα (επιβήτορα λόγω μεγέθους-ψεύδο λόγω θέσης όπως είναι κατά τ’ άλλα φανερό). Από μακριά φάνηκε μία νεαρή κοπέλα που μόλις είχε εντοπίσει το δίδυμο ποκοπίκο-δεμένου με λουριά στο καροτσάκι και ερχόταν κουτρουβαλώντας και χειρονομώντας προς το μέρος τους.

«Αχ καλέ ευτυχώς που μου τον βρήκατε!» είπε φτάνοντας στο μέρος τους αλαφιασμένη από την αγωνία και το γρήγορο περπάτημα. « Ξέρετε αυτό μου το κάνει συνέχεια. Όλο το σκάει! Μπήκα σε ένα ψιλικατζίδικο εδώ δίπλα να πάρω δύο πραγματάκια για ένα λεπτό και με το που βγήκα έξω αυτός είχε φύγει! Γι’ αυτό του έχω δεμένα τα χέρια, για να μην μπορεί να φεύγει!»
«Καλά, και πού πάει;»
«Πουθενά συγκεκριμένα. Απλά λέει συνέχεια πως τον ζητούν τα αμαρτωλά κορίτσια. Τι να κάνω και εγώ, με έχει τρελάνει ο αδερφός μου… Πάντως ευχαριστώ που μου τον φέρατε.»

Ο ποκοπίκο χαιρέτησε και γύρισε πίσω, αποφεύγοντας να πει πως αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο απαγωγέας.Εξάλλου δεν ήθελε να παρίσταται στη οικογενειακή σκηνή κατά την οποία ο πονηροκαθυστερημένος άντρας θα τα άκουγε για άλλη μια φορά από την αδερφή του. Και από τότε του εντυπώθηκε ακόμα περισσότερο στο μυαλό ότι στην τενεκεδούπολη δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανένα, ούτε ακόμα και ένα καθυστερημένο ανάπηρο, δεμένο στο καροτσάκι του. Ιδίως αυτόν.

Ενώ σκεφτόταν αυτά ένοιωσε ένα γνώριμο μαστίγωμα στη γαστροκνημία του αριστερού του ποδιού. Ο σπίθας είχε καταφτάσει με τη γλωσσίτσα του έξω και την ικανοποίηση διάχυτη στο βλέμμα του. Μπορούσαν τώρα πια να επιστρέψουν στο σπίτι τους (όπου ο ποκοπίκο σίγουρα θα μπανιάριζε με καυτό νερό τον τετράποδο φίλο του, καταλαβαίνετε γιατί) μετά από ατή την επεισοδιακή βόλτα στη ιππίωνος λέχρη.

Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου