Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Η αγαπημένη μας έκφραση

Μία αγαπημένη μου νοητική ασχολία είναι το παιχνίδι των συνειρμών.

Σκεφτόμουνα λοιπόν την άλλη φορά: Ποιος είναι ο κοινός παρανομαστής μου μας ενώνει σα λαό; Ποιο είναι αυτό το οποίο βλέπω συνεχώς γύρω μου; Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτομαι Έλληνας;

Για παράδειγμα όταν σκέφτομαι τους Άγγλους μου έρχεται στο μυαλό η λέξη λοξός… Γερμανός; Η λέξη πειθαρχία. Γάλλος; Αυτούς τους έχω συνδέσει με τον φαμφαρονισμό. Ιταλός; Λογοδιάρροια. Τον Έλληνα τον έχω συνδέσει βαθιά με την έκφραση… άρπα κόλλα. (που δεν ξέρω και από πού προέρχεται). Ο έλληνας είναι πνεύμα τυχοδιωκτικό. Αρνείται πεισματικά τους κανόνες και τις διατάξεις. Πώς να το κάνουμε νιώθει ότι εγκλωβίζεται, νοιώθει πως τον ρουτινιάζουν. Του αρέσει το φλου. Να εκνευρίζεται, να περιμένει σε ουρές, να πετάει τα μπινελίκια του, τις απειλές του. Είναι ελάχιστες οι φορές τον τελευταίο καιρό που έχω περιμένει σε ουρά πάνω από λίγα λεπτά και που δεν έχω ακούσει κάποιον να απειλεί πως θα φωνάξει τα κανάλια για τον τάδε ή τον δείνα λόγο.

Νομίζω ότι η Ελληνική κοινωνία είναι πολύ μπροστά. Θα την χαρακτήριζα μετααναρχική. Υπάρχουν άπειροι νόμοι και διατάξεις, που καλύπτουν μεν και την παραμικρή περίπτωση, εφαρμόζονται όμως όλοι και κανένας αυστηρά κατά περίπτωση. Δεν τους ξέρει κανείς στο σύνολό τους, δεν μπορεί να τους παρακολουθήσει κανείς (τροποποιήσεις, βουλεύματα διατάγματα, ειδικές διατάξεις και ένα κάρο άλλα σκατολοϊδια), αλλά και δεν μπορεί να τους μάθει κανείς, αφού για να το κάνει αυτό πρέπει να έχει στη δούλεψη του τουλάχιστον δικηγορική ομάδα. Εν τέλει λοιπόν κάνει ο καθείς ότι του υποδείξει το ξερό του, ή ο γείτονας- φίλος- συμπαθής συνεργάτης που έτυχε να βρεθεί στην ίδια θέση και πιθανώς να ξέρει κάτι παραπάνω απλά γιατί τα έχει ξανα-περάσει.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη συζήτηση με φίλο γιατρό που μου έλεγε πως ασχολείται με τα συνδικαλιστικά του κλάδου (και δεν είναι πολλοί αυτοί) γιατί λέει από ειδικευόμενος είχε το χόμπι να παρακολουθεί την ιατρική νομοθεσία- Αυτό και μόνο είναι ικανή συνθήκη!). Επίσης, κανένας μα κανένας ειδικευόμενος δεν ξέρει τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του γιατί με τον διορισμό του δεν υπάρχει κανείς να του δώσει ένα φυλλαδιάκι που να λέει: κύριε, αυτή είναι η νομοθεσία. Από εκεί και πέρα κάνε ότι σε φωτίσει ο μεγαλοδύναμος. Απλά σου λένε το δεύτερο μισό της πρότασης, (αυτό περί μεγαλοδύναμου) χωρίς να σου λένε τι θα γίνει αν δεν λάβεις τη φώτιση. Αυτά περί του φίλου ιατρού.

Και ο κατάλογος συνεχίζεται. Και περιλαμβάνει την κοινωνία γύρω μας σε βαθύτατο βαθμό και σε όλες της τις εκφάνσεις. Τι να πεις για τον συμπαθέστατο κύριο που ενώ εργάζεται ως οτιδήποτε, πχ ιδιωτικός υπάλληλος, αποφασίζει σε στιγμές μεγάλου κεφιού και σε μία νύχτα να τραβήξει το επόμενο πρωί ένα δάνειο και να πάει τη μεθεπόμενη να στήσει μαγαζί με ρουχαλάκια στην οδό Θρασυβούλου αδιέξοδο, όπου έχουν βαρέσει κανόνι άλλοι τρεις πριν από αυτόν με μαγαζιά επίσης ένδυσης;

Τι να πει κανείς για τον δρόμο στον οποίο μένω που τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει τόσο ράβε ξήλωνε, που αν τον είχε υπόψη του ο εργοδηγός στο γιοφύρι της άρτας θα ένοιωθε πλήρως μα πλήρως απενοχοποιημένος;

Τι να πει κανείς για την ατελείωτη λίστα στην καθημερινότητα τέτοιων παραδειγμάτων που μας δείχνει ότι είμαστε κουκουρούκουκου; Εδώ θα έρθει ο πονηρός και θα πει ναι, όμως υπάρχει και η διαφθορά… Ναι αλλά κανείς μας δεν έχει τη στοιχειώδη λογική να συμπεράνει ότι χρειάζονται και κανόνες; Ότι μπορεί εγώ να τα παίρνω στον τάδε τομέα, όμως θα την φάω σε κάποιον άλλο τομέα της ζωής μου όπου θα μου τη φιλάει κάποιος άλλος κ.ο.κ; Χωρίς κανόνες, είναι σαν να μας έχουν πετάξει όλους σε μία αρένα. Τον απέναντι θα τον υπερφαλαγγίσω, όμως τα νώτα μου δεν τα φυλάει κανείς, αφού δεν υπάρχει τοίχος. Και τα πισώπλατα χτυπήματα όχι μόνο επιτρέπονται, επιβάλλονται…

Δεν θέλω να συνεχίσω με τα παραδείγματα γιατί τα ξέρουμε και το κυριότερο να υφιστάμεθα όλοι στην καθημερινότητα. Συμπεραίνω όμως ότι ο Έλληνας μάλλον είναι μαζοχιστής. Ψηφίζει ανθρώπους ανίκανους να τον εκπροσωπούν ή για να κάνει την πλάκα του, ζει μια ζωή όπου είναι αναγκασμένος να τρέχει αντί να περπατάει, και βαδίζει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, (ο ίδιος έχει πεθάνει πριν από αυτή) και άρα τα ρήματα κουκιά μαγειρεμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου